εκτατός


εκτατός
-ή, -ό (Α ἐκτατός, -ή, -όν)
αυτός που επιδέχεται έκταση, που μπορεί να εκταθεί
νεοελλ.
φυσ. το εκτατόν
η ιδιότητα τών στερεών σωμάτων να παθαίνουν μόνιμη αλλοίωση στο σχήμα τους με μηχανικά μέσα χωρίς να καταστραφεί η εσωτερική συνοχή τών μορίων τους.

Dictionary of Greek. 2013.

Look at other dictionaries:

  • εκτατός — ή, ό 1. που μπορεί να εκταθεί. 2. (φυσ.), το ουδ. ως ουσ., εκτατό η ιδιότητα των στερεών σωμάτων να παθαίνουν μόνιμη αλλοίωση του σχήματός τους με την επίδραση μηχανικών δυνάμεων, χωρίς να καταστρέφεται η εσωτερική συνοχή των μορίων τους …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • ἐκτατά — ἐκτατός capable of extension neut nom/voc/acc pl ἐκτατά̱ , ἐκτατός capable of extension fem nom/voc/acc dual ἐκτατά̱ , ἐκτατός capable of extension fem nom/voc sg (doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐκτατήν — ἐκτατός capable of extension fem acc sg (attic epic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ανέκτατος — η, ο αυτός που δεν επιδέχεται έκταση, άπλωμα, μη εκτατός …   Dictionary of Greek

  • ανέλατος — η, ο (Α ἀνέλατος, ον) αυτός που δεν είναι εκτατός με σφυρηλάτηση ή συμπίεση αρχ. βλ. ανήλατος. [ΕΤΥΜΟΛ. < αν στερ. + ελατός < ελαύνω «σφυρηλατώ»] …   Dictionary of Greek

  • αναπτυκτός — ή, ό αυτός που μπορεί να αναπτυχθεί, εξαπλώσιμος, εκτατός …   Dictionary of Greek

  • αυτοέκτατος — αὐτοέκτατος, ον (Μ) (για συλλαβή) η φύσει μακρά. [ΕΤΥΜΟΛ. < αυτο * + εκτατός < εκτείνώ] …   Dictionary of Greek

  • Κορρές, Στυλιανός — (Κωμιακή Νάξου 1910 – 1989). Φιλόλογος και πανεπιστημιακός. Φοίτησε στο Πανεπιστήμιο Αθηνών και ακολούθησε μεταπτυχιακές σπουδές στα πανεπιστήμια του Βερολίνου και της Ιένα. Το 1947 αναγορεύθηκε διδάκτορας της φιλοσοφικής σχολής του Πανεπιστημίου …   Dictionary of Greek

  • Μαστροδημήτρης, Παναγιώτης — (Μαντούδι Εύβοιας 1934 –). Φιλόλογος, πανεπιστημιακός και συγγραφέας. Σπούδασε στη φιλοσοφική σχολή του Πανεπιστημίου Αθηνών, της οποίας αναγορεύτηκε διδάκτορας (1970). Σταδιοδρόμησε αρχικά ως καθηγητής σε σχολεία της μέσης εκπαίδευσης και από το …   Dictionary of Greek


Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.